ΑΝΤΑΜ ΣΜΙΘ ΚΑΙ Ο ΠΛΟΥΤΟΣ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ

Το 2005, ο Πλούτος των Εθνών ανακηρύχθηκε ανάμεσα στα 100 καλύτερα σκωτσέζικα βιβλία όλων των εποχών. Η πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας Μάργκαρετ Θάτσερ λέγεται ότι συνήθιζε να έχει στην τσάντα της ένα αντίγραφο του βιβλίου.

O Άνταμ Σμιθ (αγγλικά: Adam Smith, 16 Ιουνίου 1723 – 17 Ιουλίου 1790) ήταν Σκοτσέζος οικονομολόγος και ηθικός φιλόσοφος. Θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους της πολιτικής οικονομίας και θεμελιωτής της σχολής των κλασικών οικονομικών. Ένας από τους κύριους εκπροσώπους του Σκωτσέζικου Διαφωτισμού, ο Σμιθ είναι συγγραφέας των έργων «Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων» (1759) και «Μια έρευνα της φύσης και των αιτιών του πλούτου των εθνών» (1776), με το δεύτερο να αναφέρεται συνήθως απλά ως Ο Πλούτος των Εθνών και να θεωρείται ως το κύριο έργο του Σμιθ και η πρώτη νεωτεριστική εργασία πάνω στα οικονομικά.

Ο Πλούτος των Εθνών

SmithWON011frontispiece

Το έργο του Ο Πλούτος των Εθνών υπήρξε μία από τις πρώτες προσπάθειες να μελετηθεί η ιστορική
ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου στην Ευρώπη. Αυτό το έργο βοήθησε στη δημιουργία του σύγχρονου ακαδημαϊκού κλάδου των οικονομικών και παρέσχε μία από τις πιο γνωστές διανοητικές δικαιολογήσεις του ελεύθερου εμπορίου, του καπιταλισμού και του φιλελευθερισμού.

Ανάμεσα στους κλασικούς και νεοκλασικούς οικονομολόγους υπάρχουν θεμελιώδεις διαφωνίες ως προς το βασικό μήνυμα του πιο σημαντικού έργου του Σμιθ, το «Μια έρευνα της φύσης και των αιτιών του πλούτου των εθνών». Οι νεοκλασικοί δίνουν έμφαση στο Αόρατο Χείρα του Σμιθ, μια ιδέα στην οποία αναφέρεται στη μέση του έργου του. Οι δε κλασικοί οικονομολόγοι πιστεύουν πως ο Σμιθ θεμελίωσε το πρόγραμμά του για την προώθηση του «πλούτου των εθνών» στις αρχικές του προτάσεις.

Ο Σμιθ, κάνοντας χρήση του όρου «το αόρατο χέρι» στην «Ιστορία της Αστρονομίας», αναφερόταν στο «αόρατο χέρι του Δία». Ο όρος «ένα αόρατο χέρι» εμφανίζεται ξανά τόσο στη «Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων» (1759) όσο και στον «Πλούτο των Εθνών» (1776). Αυτή η τελευταία δήλωση περί «ενός αόρατου χεριού» έχει ερμηνευθεί ως «το αόρατο χέρι» με ποικίλους τρόπους. Επομένως, έχει σημασία να αναγνωσθεί το πρωτότυπο:

Καθώς κάθε άτομο, λοιπόν, προσπαθεί όσο μπορεί και να εναποθέσει το κεφάλαιό του στη στήριξη της εγχώριας βιομηχανίας, και, έτσι, να κατευθύνει τη βιομηχανία αυτή της οποίας τα προϊόντα μπορεί να έχουν μεγάλη αξία. Κάθε άτομο αναγκαστικά μοχθεί ώστε να καταστήσει τα ετήσια έσοδα της κοινωνίας όσο μεγαλύτερα γίνεται. Πράγματι, ούτε επιδιώκει την προώθηση του κοινωνικού συμφέροντος, ούτε γνωρίζει κατά πόσο το προωθεί. Με την προτίμηση της εγχώριας έναντι της διεθνούς βιομηχανίας, επιδιώκει μονάχα τη δική του ασφάλεια. Και κατευθύνοντας έτσι τη βιομηχανία αυτή καθώς τα προϊόντα της μπορεί να έχουν μεγάλη αξία, επιδιώκει μονάχα το δικό του κέρδος, και καθοδηγείται από ένα αόρατο χέρι που προωθεί σκοπούς που δεν ήταν στην πρόθεσή του. Ούτε είναι πάντα χειρότερο για την κοινωνία που δεν ήταν μέρος της. Μέσα από την επιδίωξη του δικού του συμφέροντος, συχνά προωθεί το συμφέρον της κοινωνίας πιο αποτελεσματικά από όταν ηθελημένα προωθεί το τελευταίο. Ποτέ δεν είδα να γίνεται καλό από όσους επικαλέστηκαν το εμπόριο για το κοινό καλό. Είναι πράγματι μια επιτήδευση, όχι πολύ συχνή στους εμπόρους και πολύ λίγα λόγια αρκούν στο να τους αποθαρρύνουν από αυτήν.

Όσοι θεωρούν την παραπάνω δήλωση το κεντρικό μήνυμα του Σμιθ αναφέρονται επιπλέον και σε αυτό το ρητό του:

Δεν περιμένουμε το δείπνο μας από την καλοσύνη του κρεοπώλη, του ζυθοποιού ή του αρτοποιού, αλλά από τη έγνοια που έχουν για το δικό τους συμφέρον. Απευθυνόμαστε στη φιλαυτία τους, όχι στην ανθρωπιά τους και ποτέ δεν τους μιλάμε για τις ανάγκες μας αλλά για τα πλεονεκτήματά τους.

Η δήλωση του Σμιθ πάνω στα οφέλη ενός «αόρατου χεριού» προφανώς έχει σκοπό να απαντήσει στον ισχυρισμό του Μπέρναρντ Μάντεβιλ περί «ιδιωτικών αμαρτιών» που μπορούν να μετατραπούν σε «δημόσια οφέλη». Καταδεικνύει την 201032bkp002πίστη του Σμιθ ότι όταν το άτομο επιδιώκει την ιδιοτέλειά του, προωθεί με άμεσο τρόπο το καλό της κοινωνίας. Ο ιδιοτελής ανταγωνισμός στην ελεύθερη αγορά, υποστήριξε, θα τείνει να ανταμείψει την κοινωνία στο σύνολό της διατηρώντας χαμηλά τις τιμές, ενώ κτίζονται κίνητρα για μια ευρεία ποικιλία αγαθών και υπηρεσιών. Παρόλα ταύτα, ήταν επιφυλακτικός απέναντι στους επιχειρηματίες και προειδοποίησε για «τη συνωμοσία τους ενάντια στο κοινό ή κάποιο άλλο τέχνασμα με το οποίο μπορούν να ανεβάσουν τις τιμές». Επανειλημμένα, ο Σμιθ προανήγγειλε την αθέμιτη φύση των επιχειρηματικών συμφερόντων που μπορούν να σχηματίσουν σκευωρίες ή μονοπώλια, καθορίζοντας την υψηλότερη τιμή «που μπορεί να απομυζηθεί από τους αγοραστές». Ο Σμιθ επίσης προειδοποίησε ότι ένα πολιτικό σύστημα που κυριαρχείται από επιχειρηματίες επιτρέπει την συνωμοσία επιχειρήσεων και βιομηχανίας ενάντια στους καταναλωτές, με μηχανορραφίες των επιχειρηματιών στην απόκτηση επιρροής στην πολιτική και τη νομοθεσία. Το συμφέρον των κατασκευαστών και εμπόρων, σύμφωνα με τον Σμιθ «είναι πάντα διαφορετικό ή και αντίθετο από αυτό του κοινού… Η πρόταση οποιουδήποτε νέου νόμου ή κανονισμού του εμπορίου που προκύπτει από αυτή την τάξη, θα έπρεπε να ακούγεται πάντοτε με μεγάλη επιφύλαξη, και δεν θα έπρεπε να επικυρώνεται έως ότου έχει εξεταστεί όχι μόνον διεξοδικά αλλά και καχύποπτα.

Το ενδιαφέρον των νεοκλασικών πάνω στη δήλωση του Σμιθ περί «αόρατου χεριού» προέρχεται από τη δυνατότητα να ιδωθεί ως πρόδρομος των νεοκλασικών οικονομικών και της θεωρίας Γενικής Ισορροπίας. Στο έργο του, ο Πολ Σάμιουελσον αναφέρεται στο «αόρατο χέρι» του Σμιθ 6 φορές. Για να δώσει έμφαση σε αυτή τη σχέση, ο Σάμιουελσον αναφέρει το «αόρατο χέρι» του Σμιθ μιλώντας για «γενικό συμφέρον» όπου ο Σμιθ γράφει «δημόσιο συμφέρον». Ο Σάμιουελσον καταλήγει πως «ο Σμιθ δεν κατόρθωσε να αποδείξει την ουσία του δόγματος του αόρατου χεριού. Πράγματι, μέχρι τη δεκαετία του 1940 κανείς δεν ήξερε πώς να αποδείξει, ακόμη και να δηλώσει κατάλληλα, τον πυρήνα της αλήθειας σε αυτή την πρόταση για μια τέλεια ανταγωνιστική αγορά».

Οι κλασικοί οικονομολόγοι, αντιθέτως, βλέπουν στις πρώτες προτάσεις του Σμιθ στον το πρόγραμμά του για την προώθηση του «Πλούτου των Εθνών». Λαμβάνοντας την έννοια της οικονομίας από τη σχολή των φυσιοκρατών ως μια κυκλική διαδικασία σημαίνει πως για να υπάρξει ανάπτυξη, οι εισροές της περιόδου 2 πρέπει να υπερέχουν των εισροών της περιόδου 1. Επομένως οι αποδόσεις της περιόδου 1 που δεν χρησιμοποιήθηκαν ως εισροές της περιόδου 2 αντιμετωπίζονται ως μη παραγωγική εργασία εφόσον δεν συμβάλλουν στην ανάπτυξη. Αυτό έμαθε ο Σμιθ πλάι στον Κενέ στη Γαλλία. Πάνω στη γαλλική πρόβλεψη ότι η μη παραγωγική εργασία πρέπει να απωθείται ώστε να χρησιμοποιηθεί περισσότερη εργασία παραγωγικά, ο Σμιθ πρόσθεσε τη δική του πρόταση, η παραγωγική εργασία να γίνεται ακόμη πιο παραγωγική εμβαθύνοντας τον καταμερισμό εργασίας. Αυτό θα σημάνει υπό ανταγωνισμό χαμηλότερες τιμές, και συνεπώς διευρυμένες αγορές. Οι διευρυμένες αγορές και η αυξημένη παραγωγή θα οδηγήσει σε νέα βήματα για την αναδιοργάνωση της παραγωγής και την εφεύρεση νέων τρόπων παραγωγής οι οποίοι με τη σειρά τους μειώνουν τις τιμές κ.ο.κ. Το κεντρικό μήνυμα του Σμιθ, λοιπόν, είναι πως υπό δυναμικό ανταγωνισμό μια αναπτυσσόμενη μηχανή εξασφαλίζει τον «Πλούτο των Εθνών». Προέβλεψε την εξέλιξη της Αγγλίας σε εργαστήριο του Κόσμου, αποκλείοντας όλους της τους ανταγωνιστές. Οι εισαγωγικές φράσεις του «Πλούτου των Εθνών» συνοψίζουν αυτή την πολιτική:

Η ετήσια εργασία κάθε έθνους είναι το ταμείο που του παρέχει αρχικά όλα τις απαιτήσεις και τις ανέσεις της ζωής που καταναλώνει ετησίως … Αυτός ο καρπός… αναφέρεται στο, μεγαλύτερο ή μικρότερο, ποσοστό όσων τον καταναλώσουν… όμως αυτό το ποσοστό οφείλει να ρυθμίζεται από κάθε έθνος υπό δυο συνθήκες:

  • πρώτον, από την ικανότητα, την επιδεξιότητα και την κρίση με την οποία η εργασία συνήθως εφαρμόζεται, και
  • δεύτερον, με την αναλογία μεταξύ του αριθμού όσων απασχολούνται σε χρήσιμη εργασία και εκείνων που δεν απασχολούνται.